ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η καθιέρωση συνθηκών ελαστικής εργασίας είναι το πρώτο σημαντικό εύρημα της εμπειρικής έρευνας. Τέσσερις στους δέκα δημοσιογράφους που εργάζονται σε διαδικτυακό μέσο ενημέρωσης τελούν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, τηλε-εργασίας, εθελοντικής εργασίας και πρακτικής άσκησης με την προοπτική της αμφίβολης μελλοντικής συνεργασίας. Αν αναλογιστεί κανείς ότι η μεγάλη πλειοψηφία του δείγματος δήλωσε ότι ανήκει σε ενώσεις συντακτών, μπορεί να αντιληφθεί ότι τα ποσοστά των επισφαλώς εργαζομένων δημοσιογράφων που δεν είναι μέλη ενώσεων, είναι ακόμη μεγαλύτερα. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους δυο συντάκτες αδυνατεί να υπαχθεί στο κατεξοχήν δημοσιογραφικό ασφαλιστικό ταμείο, το ΕΤΑΠ/ΜΜΕ, αλλά αναγκάζεται να ανήκει σε άλλους φορείς κύριας ασφάλισης, όπως είναι το ΙΚΑ και ο ΟΑΕΕ. Από την έρευνα επίσης προέκυψε ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό των διαδικτυακών συντακτών έγιναν μέλη ενώσεων με αυτή την ιδιότητα, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία όσων εργάζονται σε ιστοσελίδες και είναι παράλληλα μέλη σωματείων, πέτυχαν την εγγραφή τους εκεί ως δημοσιογράφοι σε παραδοσιακό μέσο ενημέρωσης. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων στα έντυπα/ραδιοτηλεοπτικά μέσα αφενός και τα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης αφετέρου, εισάγει τεράστιες ανισότητες σε βάρος της δεύτερης κατηγορίας και οδηγεί σε μια δημοσιογραφία «δυο ταχυτήτων», δίχως ουσιαστικό λόγο που να δικαιολογεί αυτή τη διαφοροποίηση.

Η ανασφάλιστη εργασία αποτελεί ενδεχομένως το πιο σοβαρό και δυσεπίλυτο πρόβλημα για τους διαδικτυακούς δημοσιογράφους στην Ελλάδα. Σε συνδυασμό με την ανεργία και την απουσία συλλογικών συμβάσεων, που θα μπορούσαν να κατοχυρώσουν ένα ελάχιστο νόμιμο πλαίσιο αμοιβών, συνεπάγεται τη δημιουργία έντονης εργασιακής ανασφάλειας και συνθηκών που επηρεάζουν αρνητικά τη δημοσιογραφική εργασία. Η οικονομική εξαθλίωση και η αδυναμία των συνδικάτων του τύπου να προστατέψουν αυτή την κατηγορία εργαζομένων, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός φτηνού και αόρατου εργατικού δυναμικού, χωρίς εργασιακά δικαιώματα και φωνή που θα τα διεκδικήσει.

Τα παραπάνω ευρήματα συνάδουν με όσα υποστηρίζονται στη θεωρία για τις δραματικές επιπτώσεις στην εργασία που επέφερε η μετάβαση στη νέα οικονομία. Έτσι, παρά το γεγονός ότι επιβεβαιώνεται η αυξητική τάση στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων (και πράγματι, η μεγάλη πλειοψηφία του δείγματος απαρτίζεται από επαγγελματίες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο), ακόμα και η Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων χαρακτήρισε ως «άτυπη εργασία» (atypical work) την παροχή δημοσιογραφικού έργου, διότι οι μορφές που πλέον κυριαρχούν στο χώρο είναι η ανασφάλιστη ή η freelance απασχόληση, καθώς και εκείνη που βασίζεται σε εξατομικευμένες προφορικές συμφωνίες με κάθε εργοδότη. Ο κατακερματισμός των εργασιακών καθηκόντων, η απαίτηση για προσαρμοστικότητα, η απουσία ξεκάθαρων αρμοδιοτήτων και η διανομή του ειδησεογραφικού περιεχομένου σε πολλές πλατφόρμες από έναν και μόνο δημοσιογράφο, επηρεάζουν καταλυτικά τις επαγγελματικές ρουτίνες, τις καθημερινές πρακτικές, αλλά και την ποιότητα της παρεχόμενης ενημέρωσης.

(Σημ.: Αναλυτικά συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατεί στο πεδίο της διαδικτυακής δημοσιογραφίας στη χώρα μας μπορεί να βρει κανείς στο τρίτο μέρος της εργασίας, σελ. 107 επ.).

Advertisements